Ex Calce Liberatus Est

Στα έλη του Maris

Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στις πατρίδες τους οι Sir Tegwel και Sir Irwyn αποφασίζουν να κάνουν μια μικρή παράκαμψη για να εξερευνήσουν τις ελώδεις περιοχές του Maris και να βρουν το κάστρο του περίφημου άρχοντα. Συχνά στο δρόμο συναντούν εμπόρους που περιπλανώνται στις βάρκες τους και πουλούν εμπορεύματα και φρέσκο πόσιμο νερό…

Sir Irwyn: Με πολύ ενθουσιασμό δεν παύω να ρωτάω τυχαίους περαστικούς τι ξέρουν για το κάστρο του περίφημου άρχοντα καθώς θα προσπαθήσω να οδηγήσω για λίγες ώρες το ταξίδι προς κανένα λόφο ή βουνό για να πάρω καλύτερη άποψη για την περιοχή…

Sir Tegwel: Προσπαθώ να θυμηθώ τι μου είπε ο παππούς μου σχετικά με τα τέρατα που στοιχειώνουν αυτούς τους βάλτους. Αφουγκράζομαι κάθε τόσο μπας και ακούσω τα ουρλιαχτά τους. Δεν κρατιέμαι από ανυπομονησία να βρεθώ αντιμέτωπος με αυτά τα πλάσματα και να εξαγνίσω τη γη από την παρουσία τους, ενώ ταυτόχρονα να τιμήσω τη μνήμη του παππού μου. Φυσικά έχω στο μυαλό μου την κόρη του περιβόητου De Maris. Αν οι φήμες αληθεύουν και τρέχει αίμα νεράιδας στις φλέβες της, έστω και από μακρινή συγγένεια, τότε θα είναι η πιο όμορφη γυναίκα στα βρετανικά νησιά και πέρα από τη θάλασσα.

Έμπορος: Καλημέρα! Ναι, το νερό μου είναι φρέσκο και τα εμπορεύματά μου φτηνά. Λοιπόν, αν θέλετε, να βρείτε το κάστρο του άρχοντα του Maris, δεν έχετε παρά να επιβιβαστείτε στη βάρκα μου! Θα σας οδηγήσω εγώ εκεί! Τα κανάλια είναι βαθιά και τα νερά τους ανήσυχα… Τα άλογά σας, βέβαια, θα πρέπει να τα αφήσετε πίσω… Είναι επικίνδυνο πολύ να ανεβούν κι αυτά… A, με το ‘να και με τ’ άλλο ξέχασα να σας συστηθώ… Τ’ όνομά μου είναι Steffan… Λοιπόν, θα αργήσουμε κι άλλο;

Sir Irwyn: Κοιτάω τον έμπορο με ελαφρά ανασηκωμένο το φρύδι μου και ψιθυρίζω σιγανά στον Sir Tegwel: Για ένα κάστρο το οποίο είναι τυλιγμένο στα μυστικά και δυσεύρετο πολύ εύκολα αυτός ο έμπορος λέει πως θα μας πάει… Και φυσικά χωρίς τα άλογα μας! Να μην μπορούμε να ξεφύγουμε εύκολα… Δεν μου γεμίζει και το μάτι πολύ. Σκύβω προς τον έμπορο και τον ρωτάω: Έμπορα, πώς και ξέρεις τόσο καλά τα κατατόπια της περιοχής και είσαι τόσο σίγουρος ότι θα μας οδηγήσεις σωστά;

Steffan: Τ’ όνομά μου είναι Steffan ap Rhywallon des Mares και είμαι γέννημα θρέμμα της περιοχής. Δεν πρόκειται να σε κοροϊδέψω… Εξάλλου θα αμειφθώ για τις υπηρεσίες που θα παράσχω… Το κάστρο του Μaris είναι μακριά και το έδαφος μαλακό κι ασταθές… Αν πάλι θέλετε να σας δώσω οδηγίες πώς να πάτε δεν έχω πρόβλημα! Αλλά το κρίμα στο λαιμό σας!

Sir Tegwel: Εντάξει, Steffan, σε πιστεύω. Θα έρθουμε μαζί σου. Sir Irwyn, ο άνθρωπος αυτός είναι ντόπιος και ξέρει τα μέρη. Θα γλυτώσουμε πολύ χρόνο και θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας πιο σύντομα. Να δεις κι εσύ το γιο σου. Τα άλογα θα τα αφήσουμε με τους ιπποκόμους μας και στο γυρισμό θα τους βρούμε στο γειτονικό χωριό του Μelbourne. Εξάλλου δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα! Ποιος θα σταθεί εναντίον μας και θα ζήσει να το καυχηθεί;

Sir Irwyn: Αφού το λες πάμε λοιπόν να δούμε και αυτό το περίφημο κάστρο… Έγινε λοιπόν, έμπορα, οδήγησε μας με την βάρκα σου στο κάστρο!

Οι Ιπποκόμοι σας μένουν πίσω και σας αποχαιρετούν. Τα άλογά σας δείχνουν ανήσυχα. Η πορεία σας μέσα στους βάλτους και έλη του Maris ξεκινά. Ο Steffan φαίνεται ήρεμος…

Steffan: Η πορεία μας στα έλη θα κρατήσει περίπου δυο μέρες. Τις νύχτες θα τη βγάζουμε στη βάρκα ή θα στήσουμε πρόχειρες σκηνές σε κάποιο σημείο που το έδαφος θα είναι πιο σταθερό. Την εποχή αυτή τα νερά ανεβαίνουν και η γη μετατρέπεται σε λάσπη. Μην ανησυχείτε όμως, τα έχω όλα υπό έλεγχο. Βολευτείτε στη βάρκα μου… Ορίστε και λίγο κρασί να ζεστάνει τις ψυχές σας. Καλό μας ταξίδι… και κάνει το σταυρό του.

Sir Tegwel: Σταυροκοπιέμαι κι εγώ και κάνω μια προσευχή στον Άγιο Γεώργιο τον Δρακοφονιά.

Sir Irwyn: Τον κοιτάω περίεργα που κάνει τον σταυρό του. Δεν μου λες, έμπορα, πόσο καιρό θα μας πάρει μέχρι το κάστρο; Δεν χάνω τίποτα φυσικά να κάνω και μια μικρή προσευχή στους θεούς μου.

Steffan μουρμουρίζοντας: Δύο μέρες…

Ο Steffan σπρώχνει αργά τη βάρκα ως άλλος Χάροντας με ένα μεγάλο κοντάρι μέσα στα λασπώδη νερά. Το ταξίδι είναι σιωπηλό και βαρετό. Παντού υγρασία που σου τρυπάει το κόκκαλο. Συχνά ο Steffan κάνει μικρές παύσεις. Αφουγκράζεται τους ήχους, οσμίζεται τον υγρό φθινοπωρινό αέρα και συνεχίζει. Μετά από κάμποσες ώρες και μόλις παίρνει να βραδιάζει, ανάβει δυο φανούς, έναν στην πλώρη και έναν στην πρύμνη της βάρκας. Στο βάθος στον ορίζοντα κάτι παράξενα μικρά φωτάκια που μοιάζουν να αιωρούνται λίγο πάνω από τη στάθμη του νερού λαμπυρίζουν στο ημίφως. Ο Steffan δε φαίνεται να δίνει σημασία…

Steffan: Καλύτερα να σταματήσουμε. Κουράστηκα και παίρνει να νυχτώνει… Στέρεο έδαφος δε βλέπω να βρίσκουμε. Βολευτείτε όπως μπορείτε και συνεχίζουμε το ξημέρωμα…

Δένει το κοντάρι του στη βάρκα γερά, αγκαλιάζει τη θήκη που μέσα της φυλάει το ξίφος του και κουρνιάζει μασουλώντας κάτι που έβγαλε μέσ’ απ’ την τσέπη του.

Steffan: Κύριε, σβήσε σε παρακαλώ τους φανούς, καλό είναι να μη φαινόμαστε τη νύχτα… Καλή ξεκούραση…

Sir Irwyn: Καθώς ήμουν έτοιμος να αποκοιμηθώ η κίνηση και η ανησυχία του νερού με κάνουν ανήσυχο. Τινάζομαι όρθιος με το σπαθί στο χέρι, σκουντάω τον Sir Tegwel και του λέω ψιθυριστά Μα τον Cernunnos, Sir Tegwel, κάτι κινείται στα νερά … Πες μου πως το βλέπεις και εσύ!!

Sir Tegwel: Ανοίγω τα μάτια μου και προσπαθώ να ανασηκωθώ για να δω καλύτερα τι δείχνει ο Sir Irwyn. Το ένα μου χέρι πάει στο στη λαβή το ξίφους μου και το άλλο στο σταυρό που κρέμεται από το λαιμό μου. Μα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τι είδες, Sir Irwyn;

Sir Irwyn: Δεν βλέπω καλά μέσα στο σκοτάδι αλλά κάτι διαταράσσει την ηρεμία τις λίμνης… Δες! Και του δείχνω την περιοχή που τα νερά είναι ανήσυχα. Με τέτοια ηρεμία που επικρατεί στην περιοχή αυτό δεν είναι φυσιολογικό. Κάτι είναι κάτω από τα νερά άλλα δεν μπορώ να το διακρίνω! καθώς αρχίζω σιγά σιγά να βγάζω το ξίφος μου και πλησιάζω προσεχτικά όσο μπορώ να δω τι είναι κάτω από τα νερά…

Μια τρομακτική δύναμη σα κύμα συνταράσσει τη βάρκα. Οι φανοί παν κι έρχονται και μέρος του εξοπλισμού πέφτει στο σκοτεινό νερό. Ένας γιγαντιαίος καλικάντζαρος των βάλτων αναδύεται απότομα μέσα από τις λάσπες με ένα απαίσιο απόκοσμο ουρλιαχτό που κάνει τη σπονδυλική στήλη των θνητών να ανατριχιάζει:

Troll kalla mik, tungl sjötrungnis, auðsug jötuns, élsólar böl!

Αρπάζει τον Sir Irwyn απ’ το κεφάλι, τον ανατρέπει και τον πνίγει στα θολά νερά! Ο Sir Tegwel με μια χορευτική κίνηση παραμένει όρθιος μέσα στη βάρκα. O Steffan ουρλιάζοντας ξεθηκαρώνει το ξίφος του…

Sir Tegwel: Επικαλούμαι την τιμή μου:

I am slasher, tearer, gouger! Mine is strength and lust and power! I am Tegwel!
(παράφραση από Beowulf)

Δική μου ιδέα ήταν να κάνουμε την παράκαμψη και τώρα κινδυνεύει ο φίλος και συμπολεμιστής μου. Άρα είναι στο δικό μου χέρι να τον σώσω και να τον πάω σώο στη σύζυγο και στο νεογνό του. Εξάλλου δε θα αφήσω κανένα βδελυρό καλικάντζαρο να μας επιτεθεί ύπουλα και να την γλυτώσει! Τραβώ το ξίφος μου με μία γρήγορη κίνηση και το κατεβάζω δίχειρο στο κεφάλι του καλικάντζαρου. Steffan, πιάσε τον Sir Irwyn! Τώρα!

Με ένα απότομο και βίαιο κατέβασμα του ξίφους το κεφάλι του καλικάντζαρου πέφτει στο θολωμένο νερό… Μαύρο αίμα σα το μελάνι του χταποδιού αναβλύζει από την πληγή. Τα χέρια του ελευθερώνουν το λαιμό του Ιrwyn και το ακέφαλο σώμα του πέφτει βαρύ με ένα δυνατό πλατάγισμα… O Steffan έχει πετρώσει από το φόβο του. Δε μπορεί να ψελίσει ούτε συλλαβή…

Sir Tegwel: Γυρνάω στον Steffan και του λέω: Έτσι πολεμούν οι Ιππότες του Uther Pendragon. Αν επιζήσεις αυτή την περιπέτεια, διάδωσέ το σε όλους εδώ στο Βορρά. Τώρα βοήθα με να σώσουμε τον Sir Irwyn, πριν πνιγεί. Μη με κοιτάς σαν άγαλμα. Κουνήσου!!!
Σκύβω να πιάσω τον Sir Irwyn και να τον τραβήξω πάνω στη βάρκα. Μόλις τον ανεβάσουμε και τον περιποιηθούμε, γονατίζω κρατώντας το ξίφος μου σα σταυρό με την αιχμή προς τα κάτω και προσεύχομαι στον Κύριο και στους Αγίους ευχαριστώντας τους για τη νίκη.

Sir Irwyn: Με βία προσπαθώ να βρω ένα πάτημα στα πόδια μου για να σπρώξω το σώμα μου και να πάρω μια ανάσα καθώς σε όλη την διαδρομή μέσα στο νερό χτυπάω το πλέον νεκρό σώμα του καλικάντζαρου. Όταν καταφέρνω και παίρνω την ανάσα μου οι πρώτες λέξεις που βγαίνουν μαζί με βαλτόνερο από το στόμα μου είναι βρισιές στη βόρεια γλώσσα μου. Μετά από μερικά χτυπήματα ακόμα στο νεκρό κουφάρι του καλικάντζαρου γυρίζω και παίρνω την βοήθεια του Sir Tegwel και λέω: Τελικά τα ταξίδια μαζί σου ποτέ δεν είναι βαρετά. Δεν παύω να σου χρωστάω όμως για αυτήν την χάρη που μου έκανες σήμερα και να είσαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα στην ξεπληρώσω. Ακουμπάω το χέρι μου στον ώμο του γονατισμένου φίλου μου και με ένα πονεμένο χαμόγελο γυρίζω και κοιτάω τον Steffan: Steffan! Ε! Steffan!! Μην ανησυχείς πλέον όλα τελείωσαν! Όσο είσαι μαζί μας δεν πρόκειται να σου συμβεί τίποτα οπότε χαλάρωσε και ευχαρίστησε τους θεούς σου που είμαστε εμείς εδώ! Όρθιος όπως είμαι με το χέρι ακόμα στο ματωμένο ξίφος κάνω μια μικρή προσευχή στον Toutatis ευχαριστώντας τον προστάτη των φυλών που σήμερα είχε και το μάτι του στραμμένο πάνω μου.

Steffan: Για όνομα του Θεού τι διαβολικό πλάσμα ήταν αυτό; Ευτυχώς ο Sir Tegwel το ξαπέστειλε πίσω στην κόλαση από όπου μας ήρθε. Ας μαζέψουμε ό,τι μπορούμε από τον εξοπλισμό που έπεσε μέσα στα νερά… Sir Irwyn, βγάλε τα ρούχα που φοράς να βρούμε κάτι ζεστό να σου βάλουμε… Διαφορετικά πρέπει να βρούμε στεριά να ανάψουμε μια φωτιά…

Μια βραχνή φωνή ακούγεται μέσα στη σκοτεινιά και την υγρασία και ένας νέος άντρας πάνω σε μια βάρκα παρόμοια με τη δική σας σας κάνει νόημα να τον ακολουθήσετε:

Ελάτε στη δική μου φωτιά. Μην ανησυχείς αγαπητέ, έχω εγώ ζεστά ρούχα να σου δώσω και ένα πιάτο ζεστό φαγητό για όλους σας. Η καλύβα μου είναι λίγο πιο πέρα από εδώ. Ελάτε μαζί μου, θα σας φιλοξενήσω εγώ… Η νύχτα είναι παγερή…

Sir Irwyn: Όσο είμαι βρεγμένος βουτάω και μαζεύω τα πράγματα που έπεσαν στα βαλτώδη νερά. Έπειτα ανεβαίνω πάνω στην βάρκα και λέω στον Steffan: Steffan, οδήγησε τη βάρκα μέχρι τη φωτιά του ξένου. Έτσι όπως είμαστε δε νομίζω ότι θα βρούμε τίποτα χειρότερο. Βγάζω τα βρεγμένα ρούχα μου και ψάχνω κάτι στεγνό να σκεπάσω το κορμί μου. Μόλις τυλιχτώ με ζεστά ρούχα παίρνω πάλι το σπαθί στα χέρια μου, καθώς πλησιάζουμε τον νέο άντρα.

Sir Tegwel: Η φιλοξενία είναι ιερή και σε ευχαριστούμε, ξένε. Εγώ είμαι ο Sir Tegwel και από εδώ είναι ο Sir Irwyn και ο Steffan. Εσένα ποιο είναι το όνομά σου;

Sir Irwyn: Ψιθυρίζω στον Sir Tegwel Δεν χρειάζεται να υποθέτουμε ότι η φιλοξενία είναι και ιερή… Δεν ξέρουμε τι μπορεί να μας περιμένει πιο κάτω… Ανυπομονώ για μία φωτιά αλλά δεν θα πρότεινα να χαλαρώσουμε ακόμα.

Leriador: Ονομάζομαι Leriador και ζω σε μια καλύβα εδώ και πολύ καιρό. Ζω σαν ερημίτης και ξέρω τα κατατόπια καλύτερα κι από τους ντόπιους εμπόρους… Το χειμώνα κάνουν την εμφάνισή τους συχνά καλικάντζαροι των βάλτων. Αυτοί οι καταραμένοι άνθρωποι του Βορρά τους φέρανε μαζί τους… Θα σας φτιάξω στην καλύβα μου ζεστή σούπα και θα μου διηγηθείτε αναλυτικά την περιπέτειά σας. Φαίνεστε ξένοι και τα ρούχα σας δείχνουν ότι κρατάτε από ευγενική καταγωγή… Θα σας οδηγήσω εγώ… Ελάτε…

Sir Tegwel: Sir Irwyn, μου φαίνεται καλός άνθρωπος και αν ξέρει τα μέρη καλά ίσως γλυτώσουμε μέρες ταξιδιού. Εξάλλου πρέπει να στεγνώσουμε τα ρούχα μας ούτως ή άλλως. Αν έχει έτοιμη φωτιά αναμμένη, δε βλέπω το λόγο να αρνηθούμε. Αν και έχεις δίκιο, δεν πρέπει να χαλαρώσουμε τελείως. Στο κάτω κάτω μπορεί να παραμονεύουν και άλλοι καλικάντζαροι εδώ κοντά.
Leriador, μου φαίνεσαι αρκετά νέος για ερημίτης και είμαι σίγουρος πως η ιστορία σου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και θα ήθελα να την ακούσω. Έχουμε πολλά να πούμε. Όμως πρώτα πάμε στη ζεστή καλύβα σου να στεγνώσουμε το φίλο μου από ΄δω. Steffan, ακολούθησε τη βάρκα του.

Μετά από κάμποση ώρα βαρκάδας μέσα στους παγερούς βάλτους και το ψιλόβροχο, φτάνετε σε στέρεο έδαφος. Ο Leriador αράζει και δένει τη βάρκα του σε ένα σταθερό και γερό ξύλινο κορμό. Έπειτα σπεύδει να βοηθήσει το Steffan να δέσει κι αυτός τη βάρκα του. Βοηθάει όσο μπορεί με τον εξοπλισμό και σας οδηγεί μέσα από ένα σκοτεινό και λασπώδες μονοπάτι μέχρι την καλύβα του. Έξω από την καλύβα υπάρχει ένας πρόχειρα φτιαγμένος στάβλος και ένα όμορφο άλογο ησυχάζει μέσα. Κάτω από ένα υπόστεγο βρίσκονται όμορφα στοιβαγμένα τα καυσόξυλα και ένα πελέκι ακουμπισμένο στο πλαϊνό της καλύβας. Ανοίγει την πόρτα και προσπαθεί να τακτοποιήσει τον εξοπλισμό. Το τζάκι καίει, φωτίζει το χώρο και δημιουργεί ευχάριστη ατμόσφαιρα. Χαλιά και κιλίμια κοσμούν τους τοίχους. Ένα ξύλινο κρεβάτι, πρόχειρα στρωμένο, ελάχιστο νοικοκυριό και συμπράγκαλα γεμίζουν το δωμάτιο. Ο Leriador αμολά το περίτεχνα καμωμένο ξίφος του και τοποθετεί όρθια την ασπίδα του…

Leriador: Λοιπόν, τακτοποιηθείτε και εγώ θα ετοιμάσω τη σούπα… Είναι λίγο στενά, αλλά δεν πειράζει… Μας φτάνει… Ο Sir Irwyn θα κοιμηθεί στο κρεβάτι… Εμείς οι υπόλοιποι θα στρωθούμε στο πάτωμα…

Sir Irwyn: Βγάζω το βρεγμένο πανωφόρι που φοράω και αραδιάζω τα ρούχα μου και το κορμί μου μπροστά στην φωτιά για να ζεστάνω το κρυωμένο σώμα μου. Για κάποιον περίεργο λόγο οι αισθήσεις σου μου είναι σε υπερδιέγερση και κοιτάζω παντού γύρω μου τον χώρο και τεντώνω τα αυτιά μου για οποιοδήποτε εξωτερικό κίνδυνο. Παρόλα αυτά δεν ξεχνάω τους τρόπους μου και λέω στον Leriador: Σε ευχαριστούμε για την βοήθεια Leriador. Όπως σου είπε ο φίλος μου Sir Tegwel είμαι ο Sir Irwyn και η παρουσία σου αυτήν τη στιγμή είναι σαν να είσαι θεόσταλτος. Άλλα το άλογο που είναι απ’ έξω μου κίνησε την περιέργεια. Πώς είναι τόσο ήρεμο και αισθάνεται ασφαλές σε ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον;

Leriador: Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας! Το άλογο είναι ήρεμο ακριβώς επειδή δεν υπάρχει κίνδυνος… Φάε τώρα τη σούπα σου, θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα…

Sir Irwyn: Τρώω την σούπα μου ζεστή ζεστή αλλά πολύ προσεχτικά καθώς δεν παύω να έχω τα μάτια μου ανοικτά για οτιδήποτε είναι έξω από την καλύβα και μέσα.

Leriador: Καθώς βάζει νέα ξύλα για να ζωηρέψει η φωτιά: Λοιπόν, πείτε μου τώρα τι γυρεύετε σε αυτά τα μέρη και μάλιστα με τέτοιον καιρό… Σπάνια έχουμε ξένους να περιφέρονται στους βάλτους και τα κανάλια…

Sir Irwyn: Νέους γεμάτους περιέργεια έχετε; Διότι αυτό είμαστε… Ψάχνουμε το κάστρο του Μaris και ο νεαρός απ’ εδώ δείχνοντας τον Steffan μας έδειχνε το δρόμο μέχρι που μας επιτέθηκε ο καλικάντζαρος. Τώρα σειρά σου… Πώς μπορείς και ζεις μόνος σε ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον; Πώς επιβιώνεις; Διότι κάθε μέρα Θα πρέπει να είναι αγώνας επιβιώσης!

Leriador: Δεν έχω ανάγκη από χλιδή και ανέσεις… Αυτά αποτελούν παρελθόν για μένα…. Όσο για το κάστρο του Maris μη σκοτίζεσαι, δε θες να πας εκεί…

Sir Irwyn: Μάλιστα! Και για ποιο λόγο δεν θα ήθελα να πάω σε εκείνο το κάστρο αν επιτρέπεται; Φαίνεται να ξέρεις περισσότερα απ’ ό,τι μας λες μέχρι τώρα.

Sir Tegwel: Ναι, αλήθεια για πες μας, φίλε Leriador;

Leriador: Τι να σας πω; Αυτό που ξέρω είναι ότι δύσκολα κανείς βλέπει τον άρχοντα και μάλιστα ότι είναι σκληρός άνθρωπος… Εσείς τι τον θέλετε;

Sir Tegwel: Έχω ακούσει διάφορα για τον άρχοντα του De Maris και για τους συγγενείς του, συγκεκριμένα την κόρη του και θα ήθελα να τα διαπιστώσω αυτοπροσώπως. Επίσης αν είναι άξιος πολέμαρχος, όπως ακούγεται, η βοήθειά του κατά των Σαξόνων εισβολέων θα ήταν εξαιρετικά καλοδεχούμενη. Εσένα ποια είναι η σχέση σου με τον De Maris, φίλε μου;

Leriador: Τι έχεις δηλαδή ακούσει για την κόρη του;

Sir Irwyn: Απλά ότι είναι πολύ όμορφη… Χρειάζεται να ξέρουμε κι άλλα;

Leriador: Δεν καταλαβαίνω… Μπήκατε σε τέτοιες περιπέτειες και κινδύνους μόνο και μόνο για να τη γνωρίσετε; Τι σκοπό έχεις; Να τη ζητήσεις από τον πατέρα της; Χα, και νομίζεις ότι θα τη δώσει σε κάποιον… Ιππότη;

Sir Tegwel: Και γιατί όχι; Διακρίνω μήπως μια πικρία στα λόγια σου… Sir Leriador;

Leriador: Μη με αποκαλείς έτσι! Αυτός ο τίτλος δυστυχώς δε μου ανήκει πια… Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία… Σκοπεύεις, Sir Tegwel, στ’ αλήθεια να τη ζητήσεις από τον πατέρα της; Θα πρέπει να κατέχεις αρετές που θα εκτιμηθούν ανάλογα… αλλιώς σε περιμένει μαύρη μοίρα…

Sir Tegwel: Μάλιστα, Leriador. Αν είναι πραγματικά τόσο όμορφη και ενάρετη όπως λένε, θα τη ζητήσω σε γάμο. Ξέρω πως θα ακουστεί γελοίο αλλά αλήθεια, μήπως ξέρεις ποιο είναι το όνομά της; Όσον αφορά τον πατέρα της, δεν τον σκιάζομαι καθόλου όσα αερικά και καλικάντζαρους και αν έχει υποτελή του.

Leriador: Άλλοι τη φωνάζουν Cynthia, άλλοι Alys, Blandine, Elys, Dominique, Frances, Guerra κι άλλοι Iselda… Εγώ την ξέρω απλώς ως Κυρά του Maris… Ο πατέρας της εκτιμά ιδιαίτερα την αρετή στους άντρες… Όποιος δεν την κατέχει, τον περιμένει άθλιο μέλλον… Φάε τώρα τη σούπα σου και κάνε ησυχία… Ο Steffan και ο Irwyn αποκοιμήθηκαν… Αύριο σας περιμένει ταξίδι…

Η νύχτα κυλάει ήρεμα. Η φωτιά στο τζάκι τρεμοπαίζει και η θέρμη κάνει την ατμόσφαιρα κατάλληλη για βαθύ ύπνο. O καιρός έξω απ’ την καλύβα λυσομανάει. Φυσάει δυνατά και ρίχνει ψιλόβροχο. Πότε πότε η βροχή δυναμώνει και ακούγονται βροντές… Φαίνεται πως η καταιγίδα μαίνεται αρκετά μακριά από εκεί που βρίσκεστε…

Ένας θόρυβος ή ένα άσχημο όνειρο ποιος ξέρει ξυπνάει τον Sir Tegwel… Δίπλα του ο Steffan και ο Irwyn κοιμούνται ήσυχοι και ροχαλίζουν από ευχαρίστηση. Η φωτιά στο τζάκι έχει πέσει αρκετά και μια ελαφριά ψυχρούλα κρυώνει το χώρο.

Sir Tegwel: Σηκώνομαι προσεκτικά και πιάνω το ξίφος μου. Πού είναι ο Leriador;

Ο Leriador δε φαίνεται πουθενά. Ένα χλιμίντρισμα έρχεται από το διπλανό στάβλο… Η πόρτα του στάβλου ανοίγει με ένα δυνατό κρότο και το άλογο ορμά έξω καλπάζοντας δυνατά… Όλοι ξυπνούν απότομα… O Steffan δείχνει αγουροξυπνημένος και το βλέμμα του αγχωμένο…

Steffan: Τι… τι σύνεβη; Τι ήταν αυτός ο… ο κρότος;

Sir Tegwel: Παίρνω την ασπίδα μου και με γυμνό ξίφος βγαίνω έξω να δω τι γίνεται.
Sir Irwyn, σήκω!

Μέσα στο ψιλόβροχο και το ημίφως μετά βίας μπορείτε να διακρίνετε τον Leriador να χάνεται στο σκοτάδι καβάλα στ’ άλογό του…

Sir Irwyn: Πετάγομαι μισονυσταγμένος και πιάνω το σπαθί μου καθώς σηκώνομαι όρθιος. Τι έγινε; και κοιτάω τον χώρο ανήσυχος. Βλέποντας τον Leriador να καλπάζει μακριά βλαστημάω: Μα τον Ankou και τον Dis Pater! Για ποιο λόγο εξαφανίστηκε μέσα στην νύχτα αυτός; Sir Tegwel, τα πράγματα δεν φαίνονται καλά! Καλύτερα να ετοιμαστούμε για το χειρότερο. Εξοπλίζομαι γρήγορα γρήγορα και μουρμουρίζω: Το ήξερα πως κάτι δεν μ’ άρεσε πάνω του… Για μία φορά στη ζωή μου θα έπρεπε να εμπιστευτώ το ένστικτό μου…

Sir Tegwel: Λες να δουλεύει για τον De Maris ή τους Σάξονες; Ίσως να υπηρετεί τους καλικάντζαρους. Εγώ λέω φύγουμε από εδώ και να κοιμηθούμε με βάρδιες κάπου πιο απόμερα και να ξεκινήσουμε ξανά αύριο πρωί πρωί. Πρώτα όμως να ελέγξουμε το στάβλο και τη βάρκα μας. Ποιος ξέρει τι έκανε ο ερημίτης ενώ κοιμόμασταν.

Steffan: Μα βρέχει, καλύτερα να κοιμηθούμε στην καλύβα! Σε λίγο ξημερώνει εξάλλου και τα μαζεύουμε και φεύγουμε…

Sir Irwyn: Δεν πρόκειται να κοιμηθώ σε μια καλύβα χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκέφτεται ο Leriador. Προτίθεμαι να περιμένω μέχρι να ξημερώσει αλλά κάποιος να είναι ξύπνιος. Sir Tegwel το βρίσκω επικίνδυνο να περπατάμε βραδιάτικα μέσα στην βροχή χωρίς να ξέρουμε πού πάμε.. Καλύτερα να περιμένουμε εδώ και δεν πρόκειται να κοιμηθώ για σήμερα..

Sir Tegwel: Ας μείνουμε στην καλύβα τότε. Θα φυλάξω εγώ την πρώτη βάρδια…

Sir Irwyn: Παίρνω μία κουβέρτα, αναζωπυρώνω την φωτιά να βγάλει λίγο ζέστη και ξαπλώνω στον τοίχο δίπλα στον Sir Tegwel με το σπαθί στο χέρι. Θα λαγοκοιμάμαι δίπλα σου. Στο πρώτο σημάδι κινδύνου ξύπνα με. Κλείνω τα μάτια μου για να χαλαρώσω όσο μπορώ.

Λίγες ώρες μετά ξημερώνει η επόμενη μέρα. Η καλύβα έχει παγώσει. Ο Steffan σας ξυπνάει ήρεμα…

Steffan: Καλημέρα Sir Tegwel… Σε πήρε ο ύπνος στη σκοπιά. Δεν πειράζει όμως, το είχες ανάγκη να ξεκουραστείς! Έλα Sir Irwyn ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ξύπνα να φας κάτι και φεύγουμε. Ο Leriador δε φαίνεται πουθενά… Αναρωτιέμαι πού να έβγαλε τη νύχτα… Ας τακτοποιήσουμε την καλύβα κι ας του δίνουμε… Τι λέτε να πάμε με τα πόδια ή με τη βάρκα μου; Θα προτιμούσα με τη βάρκα μου… Δεν έχουμε υποζύγια να κουβαλήσουν τον εξοπλισμό, άσε που ξέρω καλύτερα το δρόμο μέσ’ απ’ τα κανάλια…

Sir Irwyn: Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου με απορία και μετά τα τρίβω για να φύγει ο ύπνος. Φοράω την πανοπλία μου και ντύνομαι ζεστά καθώς ζώνομαι τα όπλα και τα πράγματα μου. Θα συμφωνήσω και εγώ, Steffan, να πάρουμε την βάρκα σου. Φαίνεται η πιο ασφαλής λύση προς στιγμήν. Άλλα προσεκτικά αυτήν τη φορά. Χαμογελάω κουρασμένα καθώς ετοιμάζομαι να φορτωθώ τα πράγματά μου.

Sir Tegwel: Κοιμήθηκα στη σκοπιά μου; Αίσχος και όνειδος! Ζητώ συγγνώμη και από τους δυο σας… Ναι, συμφωνώ πως η βάρκα είναι η καλύτερη λύση. Ας τελειώνουμε γρήγορα από δω να πηγαίνουμε. Steffan, πόσο έχουμε ακόμα για το κάστρο; Μετά από όσα μας είπε ο Leriador, άσχετα αν είναι αλήθεια ή ψέματα, είμαι ακόμα πιο περίεργος να το επισκεφτώ και να γνωρίσω και τον άρχοντά του και τη θυγατέρα του.
Φοράω κι εγώ την πανοπλία μου γιατί μετά τον χτεσινό καλικάντζαρο καλύτερα να είμαστε προετοιμασμένοι.

Steffan: Θα φτάσουμε εκεί αργά το απόγευμα…

Φτάνετε στο σημείο που είχατε αφήσει τη βάρκα σας. Δίπλα βρίσκεται η βάρκα του Leriador. Κανένα του σημάδι δε φαίνεται… Επιβιβάζεστε και ο Steffan πιάνει το κουπί… Μετά από πολλές ώρες ταξιδιού στα αφιλόξενα νερά και τους βάλτους, την υγρασία και τη μούχλα αρχίζει να αχνοφαίνεται μέσα στις ομίχλες ένα επιβλητικό πέτρινο κάστρο… Ο Steffan φέρνει τη βάρκα στην όχθη και σας ζητάει ευγενικά να αποβιβαστείτε… Γαβγίσματα σκύλων έρχονται θαρρείς απ’ τους κήπους του κάστρου…

Steffan: Ιδού το κάστρο του Maris, του άρχοντα που όλοι σέβονται… Λοιπόν, τώρα μπορείτε να αποβιβαστείτε… Πρόσεχε, Sir Irwyn, το έδαφος είναι λασπώδες και βουλιάζει…

Sir Irwyn: Ψάχνω προσεχτικά ένα σταθερό μέρος για να αποβιβαστώ αρματωμένος και οπλισμένος και αρχίζω να περπατώ προς το κάστρο. Steffan, σ’ ευχαριστούμε που μας έφερες μέχρι εδώ. Να υποθέσω πως δεν θέλεις να έρθεις στο κάστρο του Maris μαζί μας. Γυρίζω και ψιθυρίζω στον Sir Tegwel σιγά χωρίς να ακούσει ο Steffan: Αν φύγει τώρα ο Steffan εμείς πώς θα γυρίσουμε;

Steffan: Γιατί να μη θέλω; Πού θα περάσω τη νύχτα μου; Είναι ήδη αρκετά αργά, είμαι κουρασμένος και θα εκτιμούσα ένα πιάτο ζεστό φαγητό… Σίγουρα ο άρχοντας θα έχει ένα χώρο κάπου να ξεκουράσω το κορμί μου, έστω και στο στάβλο ή τον αχυρώνα… Μη μ’ αφήσετε εδώ έξω μόνο μου…

Sir Irwyn: Καλώς λοιπόν Steffan, μάζεψε και εσύ τα πράγματα σου και έλα μαζί μας στο κάστρο για ένα πιάτο φαΐ και ζεστό κρεβάτι. Σκουντάω τον Sir Tegwel φιλικά με τον ώμο μου. Σκοτώσαμε καλικάντζαρους, κοιμηθήκαμε σε βάλτους, βραχήκαμε, λασπωθήκαμε και τελικά βρισκόμαστε μπροστά στο κάστρο του Maris. Ας μην χρονοτριβούμε άλλο λοιπόν και ας πάμε να κάνουμε μια επίσκεψη στον άρχοντα για να τελειώνει και αυτό μια ώρα νωρίτερα να επιστρέψω σπίτι να δω τον γιο μου και εγώ. Α! Και πριν το ξεχάσω, Sir Tegwel, δεν πρόκειται να σε αφήσω να γυρίσεις στο Upchurch αν δεν περάσεις πρώτα από το σπίτι μου. Θα πρέπει τουλάχιστον ο γιος μου να γνωρίσει τον άνθρωπο που έσωσε την ζωή του πατέρα του!!!

Sir Tegwel: Steffan, σε ευχαριστούμε. Είσαι καλός και έντιμος άνθρωπος. Sir Irwyn, τα καταφέραμε τελικά! Πραγματικά αλλόκοσμο μέρος. Απειλητικό αλλά ταυτόχρονα γοητευτικό. Φαντάζομαι σαν την Κυρά του. Πάμε να τελειώνουμε από εδώ για να κινήσουμε για το αρχοντικό σου να με συστήσεις στο γιο σου! De Maris, ερχόμαστε!

Φτάνετε στην είσοδο του κάστρου. Φρουροί δεν υπάρχουν, μόνο σκύλοι αλυχτούν που δε φαίνονται όμως πουθενά! Χτυπάτε το ρόπτρο της πόρτας και ένα ελαφρύ τρίξιμο ακούγεται… Κάποιος ξεκλειδώνει τα μάνταλα από μέσα και η βαριά δίφυλλη πόρτα ανοίγει… Ένας κοντοστούπης και άσχημος κύριος σας καλωσορίζει…

Pech: Καλησπέρα, κοπιάστε, η νύχτα προβλέπεται παγερή και η υγρασία τρυπάει το κόκαλο. Περάστε, είμαι ο Pech, πιστός υπηρέτης του άρχοντα… Στη διάθεσή σας…

Καθώς μπαίνετε στη μεγάλη αίθουσα μένετε έκπληκτοι από τον πλούτο… Ωραία χαλιά κεντητά ζεσταίνουν τους κρύους τοίχους, η φωτιά τριζοβολάει στο μεγάλο τζάκι, ξίφη και ασπίδες κοσμούν το χώρο, ένα μεγάλο, βαρύ, ξύλινο τραπέζι βρίσκεται στη μέση του δωματίου κι άνετες καρέκλες το περιστοιχίζουν…

Pech: Τακτοποιηθείτε, αφήστε τα άρματά σας… Αφού φάτε και πάρετε μια ανάσα μετά μου λέτε ποιοι είστε και τι γυρεύετε στα αφιλόξενα τούτα μέρη…

Sir Tegwel: Καλησπέρα, Pech! Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Ο άρχοντας σου κι εσύ μας τιμάτε.

Αποθέτω τα όπλα μου και βγάζω την πανοπλία μου. Κάνω νόημα στον Sir Irwyn να κάνει το ίδιο. Κάθομαι στο τραπέζι.

Sir Irwyn: Καλησπέρα “καλέ” μου άνθρωπε. Σ’ευχαριστούμε για την φιλοξενία.
Αποθέτω τα όπλα μου. Κρατάω την πανοπλία μου, την καθαρίζω όσο μπορώ και κάθομαι στο τραπέζι.

Ο Pech φεύγει για λίγο από το δωμάτιο και επιστρέφει με μια ασημένια λεκάνη με νερό και τρεις πετσέτες στο μπράτσο του. Αφήνει τη λεκάνη κοντά σας και σας προσφέρει από μια πετσέτα…

Pech: Πλυθείτε κι εγώ θα στρώσω το τραπέζι…

Φεύγει και μετά από λίγο επιστρέφει με πιατικά στα χέρια. Τοποθετεί στο τραπέζι τρία ασημένια πιάτα, τριά μαχαίρια με λαβή από ελεφαντόδοντο και τρεις χρυσές κούπες… Ξαφνικά εμφανίζονται τρεις νεαρές, πανέμορφες κοπέλες με σκούρα, μαύρα μαλλιά και λευκό δέρμα. Οι κοπέλες φορούν εξαιρετικής ποιότητας φορέματα και δείχνουν πραγματικά σαγηνευτικές… Μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, είναι σαν αδελφές! Σας καλωσορίζουν και σας προσφέρουν ομόρφες, μεταξωτές ρόμπες… Έπειτα ανάβουν σιωπηλές τις φωτιές στους δαυλούς που κρέμονται στους τοίχους και αποχωρούν. Ο Pech αρχίζει να φέρνει το φαγητό. Ψητό κρέας, λιχουδιές και γλυκό κρασί…

Pech: Φορέστε τις ρόμπες, θα νιώσετε πιο ξεκούραστοι… Ελάτε, κοπιάστε στο τραπέζι, μην ντρέπεστε…

Sir Irwyn: Πλένω τα χέρια μου και αρνούμαι ευγενικά την μεταξωτή ρόμπα. “Φίλε” μου Pech, σ’ ευχαριστούμε για τα ρούχα και το φαΐ άλλα θα είναι αγένεια να φάμε μόνοι μας χωρίς τον άρχοντα του κάστρου. Εκτός και αν εσύ είσαι αυτός και τότε ζητώ συγγνώμη για την αγένεια. Κάθομαι στο τραπέζι και δεν ακουμπάω τίποτα μέχρι να καθίσει και ο Pech.

Pech: Η αφεντιά μου ο άρχοντας του κάστρου; Όχι, βέβαια. Εγώ ένας απλός, ταπεινός υπηρέτης είμαι, όσο για τον ίδιο τον άρχοντα, έχει ήδη δειπνήσει, θα του ανακοινώσω την άφιξή σας το πρωί… Μην αρνείσαι τη φιλοξενία μας και δέξου τις ρόμπες… Θα νιώσεις καλύτερα! Φαίνεστε άυπνοι και ταλαιπωρημένοι…

Sir Irwyn: Καλέ μου Pech σ’ ευχαριστώ ξανά για τις ρόμπες και το φαΐ άλλα αν ο άρχοντας του οίκου έχει φάει θα μου επιτρέψεις να δειπνήσω όπως θα ήθελα. Τρώω πολύ λίγο και πολύ ελαφριά, λαχανικά, αν έχει, πίνω μόνο νερό και δεν τρώω καθόλου κρέας, λιχουδιές ή γλυκά. Αν δεν έχει λαχανικά, φρούτα. Συνεχίζω να μην φοράω την ρόμπα μου και να είμαι με την πανοπλία.

Sir Tegwel: Φοράω τις ρόμπες, αλλά κρατάω την ασπίδα και το ξίφος κοντά μου σχετικά. Τρώω λίγο και ελαφριά όπως και ο Sir Irwyn. Αλλά τρώω λίγο κρέας (παραμόνον αν δεν είναι περίοδος νηστείας).

Ευχαριστούμε για το φαγητό, φιλόξενε Pech. Θα καθήσεις μαζί μας; Εγώ είμαι ο Sir Tegwel και από εδώ είναι ο Sir Irwyn και ο Steffan. Ο Sir Irwyn και εγώ περνούσαμε από εδώ κοντά και αποφασίσαμε να κάνουμε μία μικρή παράκαμψη να υποβάλλουμε τα σέβη μας στον άρχοντα του De Maris και να επισκεφτούμε το φημισμένο αυτό φρούριο. Έχουμε ακούσει πολλά για το “Κάστρο της ομίχλης” και το θεωρήσαμε δέον να τον γνωρίσουμε και από κοντά.

Pech: Να είστε καλά, Sir Tegwel, αλλά δε μπορώ να δειπνήσω με ανθρώπους της δικής σας τάξης… Δεν μου επιτρέπεται… Αυτήν την ώρα ο άρχοντάς μου έχει αποσυρθεί… Φάτε με την ησυχία σας και, όταν τελειώσετε, μπορείτε να ξεκουραστείτε… Το πρωί θα του ανακοινώσω την άφιξή σας…

Μετά το γεύμα ο Pech αποσύρεται ευγενικά αφήνοντας το τραπέζι όπως είναι. Μετά από λίγη ώρα εισέρχονται στο δώμα οι τρεις νεαρές κοπέλες που σας πρόσφεραν τις ρόμπες. Μια από αυτές λέει: Είστε ευχαριστημένοι μέχρι στιγμής; Υπάρχει κάτι που θα θέλατε, ώστε η παραμονή σας εδώ να γίνει όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη; Οι νεαρές γυναίκες φαίνονται πρόθυμες να πραγματοποιήσουν κάθε κρυφή σας ερωτική επιθυμία…

Sir Tegwel: Θυμούμενος τα λόγια του Leriador, προσπαθώ να κρατηθώ αλλά μάλλον μάταια…

Sir Irwyn: Στο φαΐ συγκρατήθηκα αλλά μάλλον δε θα συγκρατηθώ με τίποτα μπροστά στις νεαρές κοπέλες… Θα πρέπει να μου θυμίζουν τη γυναίκα μου μάλλον. Κλείνω το μάτι μου στον Sir Tegwel, καθώς απλά παίρνω την μια κοπέλα και αποσύρομαι…

Η νύχτα περνάει ευχάριστα… Τα δωμάτια είναι ζεστά και περιποιημένα, τα σεντόνια καθαρά και η συντροφιά των νεαρών γυναικών απολαυστική… Το επόμενο πρωί οι γυναίκες σας οδηγούν στην τραπεζαρία… Αυτά που έμειναν από το χθεσινό δείπνο είναι αρκετά για να χορτάσετε… Ο Pech αναμοχλεύει τα κάρβουνα για να αναζωπυρωθούν και ο Steffan τρώει σιωπηλός. Από τα λεγόμενά του καταλαβαίνετε ότι πέρασε εντελώς μοναχός του τη νύχτα…

Λίγη ώρα μετά και χωρίς καμιά ειδοποίηση εισέρχεται στην αίθουσα ένας ψηλός όμορφος άντρας, με μαύρα μαλλιά, σκαμμένο από τα χρόνια πρόσωπο και βλέμμα διαπεραστικό και σκληρό…. Η φορεσιά του είναι αρχοντική και το ξίφος του περασμένο στη ζώνη του γυαλίζει στο ημίφως. Συνοδεύεται από τέσσερις νεαρούς άντρες με δερμάτινες πανοπλίες και δόρατα στα χέρια… Οι γυναίκες σας κοιτούν με αγωνία και ο Pech με ένα σαρδόνιο χαμόγελο…

De Maris: απευθυνόμενος στον Sir Irwyn: Κύριε, ήρθε η ώρα να πληρώσεις για τη διαμονή σου εδώ! Εχθές το βράδυ δυσφόρησα, ταλαιπωρήθηκα για χάρη σου και άφησα τη θαλπωρή και τις ανέσεις του οίκου μου για τη δική σου καλοπέραση… Πληρώσέ με λοιπόν! Κανένα νόμισμα δεν είναι αρκετό να με αποζημιώσει ικανοποιητικά… Αντίθετα, θα πρέπει να μονομαχήσεις μαζί μου με ξίφος και ασπίδα μέχρι ο ένας από τους δυο μας να ματώσει… Προτείνω, λοιπόν, τo εξής στοίχημα: το κάστρο μου, τα όπλα μου και τη μια μου κόρη για νύφη σου κόντρα στο τομάρι σου… Αν σε κερδίσω, θα μου πληρώσεις λύτρα, για να σε απελευθερώσω! Το απόγευμα θα μονομαχήσουμε…

Sir Tegwel: Άρχοντα του Maris, θα πάρω εγώ τη θέση του Sir Irwyn. Δική μου ιδέα ήταν να έρθουμε εδώ και εγώ θέλω την Blandine για γυναίκα μου και θα μονομαχήσω εγώ μαζί σου. Το στοίχημα όπως το έθεσες.

Sir Irwyn, μη διανοηθείς να μπεις ανάμεσά μας.

Sir Irwyn: Κοίτα να δεις φίλε μου Sir Tegwel, ο άρχοντας De Maris φανερά έχει κάποιο πρόβλημα με το δικό μου τομάρι και κανείς δεν θα με πει δειλό που κρύβεται πίσω από τους φίλους του. Άλλα ξέρω γιατί είσαι εδώ και ξέρω τι θέλεις και σου χρωστάω και την ζωή μου. Όποτε αν ο άρχοντας De Maris δεχτεί την αλλαγή θα σου επιτρέψω να πάρεις την θέση μου.

Sir Irwyn: Και πριν αρχίσουν οι μάχες ας το συζητήσουμε λιγάκι. Ποτέ δεν ήρθα να σε σηκώσω από το κρεβάτι σου και να σε κάνω να περάσεις μια δυσάρεστη νύχτα. Όταν ρώτησα τον υπηρέτη σου, μου είπε ότι έχεις δειπνήσε, ότι έχεις αποσυρθεί και ξεκουράζεσαι. Δεν μου είπε τίποτα, ότι η άφιξη μου δημιουργεί προβλήματα στον άρχοντα του κάστρου. Αν το ήξερα, τότε δεν θα δεχόμουν την φιλοξενία που μου προσφέρθηκε. Αν είναι να ματώσω, να υποφέρω και να πληρώσω για την χθεσινή μου νύχτα, όπως λες, άρχοντα, τότε επιθυμώ πριν οποιαδήποτε μονομαχία να τιμωρηθεί ο υπηρέτης σου για την πλάνη που μου δημιούργησε. Σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος μου και κοιτάω τον De Maris. Φαίνομαι σαν περιμένω την απάντηση του άλλα συνεχίζω με ήρεμη φωνή που δεν προδίδει συναίσθημα. Εκτός και αν το έκανες εσκεμμένα μόνο και μόνο για να μονομαχήσεις ή να πολεμήσεις έναν από τους δυο μας ή και τους δυο μας για να δεις αν είμαστε άξιοι ή όχι για οποιοδήποτε λόγο έχεις στο μυαλό σου. Τέτοια τεχνάσματα δεν αξίζουν, αν ισχύει κάτι τέτοιο, διότι και ο φίλος μου και εγώ δεν είμαστε άντρες που θα κρυφτούν από την μάχη και τον πόλεμο.

De Maris: Μιλάς συνετά και ωραία, αγαπητέ μου, όμως τα λόγια είναι για τις γυναίκες που κουβεντιάζουν με τις ώρες αποσυρμένες στα δώματά τους μακριά από έγνοιες, φροντίδες και πολέμους… Ο υπηρέτης μου είναι υπάκουος και εκτέλεσε κατά γράμμα τις εντολές μου, συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον τιμωρήσω… Βεβαίως και δέχομαι ο φίλος σου να πολεμήσει στη θέση σου και δεν το θεωρώ ατιμωτικό… Άλλωστε κάποιος θα πρέπει να μου φέρει τα λύτρα… Λοιπόν, ετοιμαστείτε, το απόγευμα λίγο πριν τη δύση του ηλίου θα μονομαχήσουμε… Οι κόρες μου θα σας οδηγήσουν εκεί…

Μετά από τη σύντομη αυτή κουβέντα ο De Maris αποσύρεται με τη φρουρά του από την αίθουσα για να προετοιμαστεί για τη μονομαχία…

Sir Tegwel: Προετοιμάζομαι κι εγώ για τη μονομαχία. Ακονίζω το ξίφος μου, γυαλίζω την πανοπλία μου, προσεύχομαι στον Κύριο και στους Αγίους κλπ.

Blandine, έχεις καμία συμβουλή σχετικά με τον πατέρα σου; Σε περίπτωση που τον νικήσω, αλλά δεν επιβιώσει, αυτά συμβαίνουν, θα μου κρατήσει κακία;

Sir Irwyn: Βοηθάω τον φίλο μου να ετοιμαστεί για την μάχη. Αν θελήσει κάνουμε μερικές εικονικές μάχες για να είναι έτοιμος και ζεστός για την μάχη.

Πιστεύω πως ο άρχοντας δεν είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται και μας έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Γι’αυτό και μόνο τον λόγο θα ευχηθώ σε όλους τους θεούς μου να τον νικήσεις… Επίσης τι πιστεύεις ότι εννοούσε με το “κόρες μου”;

Sir Tegwel: Φίλε μου, όλες τους είναι κόρες του. Γι’ αυτό ο Leriador είπε ότι ο κόσμος ξέρει την “κόρη” με πολλά ονόματα. Δεν είναι μία η κόρη, είναι πολλές. Αλλά πιστεύω πως εμφανίζονται ανάλογα με το πόσοι επισκέπτες έρχονται στο κάστρο. Χτες είμασταν τρεις: Εσύ, ο Steffan κι εγώ. Γι’ αυτό ήρθαν τρεις κόρες. Αν είμασταν περισσότεροι ή λιγότεροι θα εμφανιζόταν ανάλογος αριθμός. Αλλά τώρα έλα να προπονηθούμε και βλέπουμε αργότερα τι θα κάνουμε. Σ’ ευχαριστώ για τη συμπαράσταση.

Blandine: Αγαπητέ μου, τι να σε συμβουλέψω; Κανείς ως σήμερα δεν κατάφερε να τον νικήσει… Αν νικηθεί, θα τα χάσουμε όλα κι αδερφές μου θα μείνουν μόνες κι έρημες κι ο πατέρας ένα κουφάρι στους πέντε ανέμους, άδοξος και πένης… Πραγματικά απεύχομαι αυτή τη μαύρη μοίρα που του ετοιμάζεις… Από την άλλη αν νικηθείς, φαίνεσαι πλούσιος και ότι ζεις μια άνετη ζωή… Εύκολα θα μπορέσειςνα εξαγοράσεις την ελευθερία σου… Σου εύχομαι μονάχα καλή επιτυχία και η αγάπη σου για μένα να θριαμβέσει… Μετά τη μονομαχία σας θα αποδείξεις την αξία σου…

Sir Tegwel:

Αγαπημένη μου Blandine, μη φοβάσαι. Αν νικήσω, θα σας φροντίσω εγώ, εσένα και τις αδελφές σου.

Sir Irwyn: Έχω την εντύπωση πως και ο ίδιος ο De Maris δεν είναι και ο ίδιος μόνο άνθρωπος. Μπορεί να σε εκπλήξει. Να είσαι πολύ προσεχτικός εκεί έξω. Δεν ξέρεις από πού θα σου την φέρει.

Μετά από ένα πρόχειρο γεύμα ο Sir Irwyn βοηθά τον Sir Tegwel να ετοιμαστεί για τη μονομαχία. Οι κόρες τον οδηγούν έξω σε ένα χώρο μπροστά από τους στάβλους… Όλοι βρίσκονται εκεί και αγωνιούν. Μετά από λίγη ώρα κάνει την εμφάνισή του ο άρχοντας De Maris. Φοράει μια έξοχη μαύρη πανοπλία και το πρόσωπό του καλύπτεται από to κατεβασμένο γείσο του μεταλλικού του κράνους. Η μαύρη του ασπίδα δε φέρει εραλδικά σύμβολα και το γιγαντιαίο ξίφος του φαίνεται πρόσφατα ακονισμένο…

De Maris:

Ήρθε η ώρα να ξεπληρώσεις τα χρέη σου και εγώ να αποκαταστήσω την τιμή και την αξιοπρέπειά μου!

Η μονομαχία ξεκινά! Οι δύο άντρες ορμούν και τα ξίφη τους συγκρούονται με τρομερή δύναμη… Από τις λεπίδες των σπαθιών πετάγονται σπινθήρες που στο σούρουπο θυμίζουν αστραπές… Όσοι βρίσκονται εκεί κρατούν την ανάσα τους από την αγωνία…

Μ’ ένα φοβερό κατέβασμα το σπαθί του Sir Tegwel πέφτει βαρύ πάνω στην ασπίδα του De Maris. Με τη σειρά του ο De Maris μπήγει το ξίφος του στην κοιλιακή χώρα του Sir Tegwel και διαπερνά το κορμί του πέρα για πέρα… Μαύρο αίμα αναβλύζει από την πληγή και λερώνει το σιδερένιο χέρι του άρχοντα… Οι γυναίκες ανατριχιάζουν σύγκορμες και ο Pech παρακολουθεί μ’ ένα διάπλατο χαμόγελο…

De Maris: Όλα τελείωσαν, Ιππότη, η τιμή μου ξεπλύθηκε με το αίμα σου! Άντρες, οδηγήστε τον στο μπουντρούμι και εκεί οι κόρες μου θα περιποιηθούν την άθλια πληγή του… Sir Irwyn, μέχρι να μου φέρεις τα χρήματά μου για να ξεπληρώσεις το χρέος σου και να απελευθερώσεις το φίλο σου, είσαι ανεπιθύμητος στο κάστρο μου…

Οι γυναίκες μεταφέρουν όπως όπως το πληγωμένο σώμα του Sir Tegwel στο μπουντρούμι και εκεί του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες και ράβουν τις πληγές τους. Θα πάρει καιρό μέχρι να γίνει εντελώς καλά… Ο Sir Irwyn με τον Steffan εγκαταλείπουν το κάστρο, επιβιβάζονται στη βάρκα και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής…

Τα νέα όμως είναι ακόμα πιο άσχημα… Φτάνοντας στο σημείο της αναχώρησης και λίγα μέτρα πιο κάτω ο Sir Irwyn ανακαλύπτει πως οι Ιπποκόμοι, Sadoc και Dyffynog, καθώς και τα άλογα δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στο Melbourne, στο χωριό που τους είχει υποδείξει ο Sir Tegwel… Βρίσκονται σφαγμένοι και τα άλογα διαμελισμένα… Ο εξοπλισμός ειναι σκορπισμένος δεξιά κι αριστερά…

Steffan: Ω θεοί, τι θλιβερό τέλος! Μάλλον κάποιος καλικάντζαρος των βάλτων είναι υπεύθυνος γι’ αυτή την αποτρόπαιη πράξη… Αν είναι ποτέ, αν είναι ποτέ δυνατόν! Φοβ… Φοβερό θέαμα! Αλίμονο, Sir Irwyn, τι θα κάνεις τώρα;

Comments

Ereshkigal

I'm sorry, but we no longer support this web browser. Please upgrade your browser or install Chrome or Firefox to enjoy the full functionality of this site.